76 χρόνια από το Καλαβρυτινό Ολοκαύτωμα: Εκδήλωση με κεντρικό ομιλητή τον Θεοδ. Θανόπουλο στη “Διακίδειο Σχολή Λαού Πατρών”.

Φ1
  •   
  •   
  •   
  •  

Στην κατάμεστη αίθουσα της Διακιδείου Σχολής του Λαού στην Πάτρα, μίλησε την Τετάρτη 4-12-2019, ο τ. σχολικός σύμβουλος ειδικής αγωγής και εκπαίδευσης Θεόδωρος Θανόπουλος.

Το θέμα της ομιλίας του «Καλάβρυτα 13 Δεκεμβρίου 1943. Τρεις αφηγήσεις και μία Μαρτυρία». είχε και τη μορφή μνημόσυνου – αφιερώματος στα τραγικά γεγονότα του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος της 13ης Δεκεμβρίου 1943 από τους Γερμανούς κατακτητές.

Όπως ο ίδιος ο Θ. Θανόπουλος ανέφερε, η ομιλία του ήταν μία ένδειξη σεβασμού, Δόξας και Ευγνωμοσύνης στη μνήμη όλων των Μαρτύρων – Ηρώων του Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματος.

Ακολουθεί ολόκληρη η ομιλία του κ. Θανόπουλου:

«Καλάβρυτα 13 Δεκέμβρη 1943 – Τρεις αφηγήσεις και μια μαρτυρία.»

Τρεις αφηγήσεις θα αναφέρω, που έχω γράψει σε ανύποπτο χρόνο, ως μια ʺτριλογίαʺ, και μια ʺΜαρτυρίαʺ, που θέλουν να αναθυμήσουν, να υμνήσουν, να τιμήσουν τη ʺΜεγάλη Θυσίαʺ των Καλαβρυτινών Μαρτύρων – Ηρώων της 13ης Δεκέμβρη του 1943. Κι έτσι συλλογίστηκα, κι έτσι σκέφτηκα κι έτσι θα τα πω, όταν δέχτηκα αυτή την προσφερόμενη τιμητική πρόσκληση. Ίσως γιατί στης ״πηγής την παραγωγή״, λιγοστό το νερό που έχει απομείνει. Συμπαθάτε με γι’ αυτό. Αλλά το χρέος μερικές φορές σε οδηγεί στης οφειλής την πραγμάτωση, στο τίμημα της τιμής, στης συνείδησης την απόκριση. Ο χρόνος κι η λήθη ξεθωριάζει τούτα τα παραπάνω. Με συνέπεια, οι νέες γενιές που έρχονται, κι η απ’ όλους εμάς αποδιδόμενη ״κατ’ επίφαση״, πολλές φορές, τιμή και δόξα, να χάνουν, χρόνο με το χρόνο, την αίγλη και τον πρέποντα σεβασμό, παρασυρμένοι, από μια ανούσια καθημερινότητα, έτσι ώστε να προκαλεί τη λύπη, την αγανάκτηση και τη στεναχώρια. Ας είναι…

Παντού και πάντοτε σε Καλαβρυτινούς και πατριώτες, σε φίλους και γνωστούς, σε ανθρώπους, κοντινούς και μακρινούς, που την ιστορία και τη δόξα αυτού του Καλαβρυτινού μαρτυρικού και ηρωικού τόπου θέλουν να γνωρίσουν, να τιμήσουν και να υμνήσουν, το πρέπει θεωρείται αυτονόητο, χειροπιαστό, πραγματοποιήσιμο. Κι είναι, νομίζω, με το Α΄ αφήγημα, μια προσφορά κι ένα δόσιμο στη μνήμη, στον ηρωισμό, στη δόξα…

 

Εκεί, που της αγάπης έσβησε τ’ όνειρο!

Εκεί, π’ οι μάρτυρες ήπιαν το αθάνατο νερό!

Εκεί, όπου ο ουρανός χαμήλωσε τα βλέφαρα!

Εκεί, όπου ο πόνος έθλιψε την χαρά!

Εκεί, όπου το γέλιο πνίγηκε από την οδύνη!

Εκεί, που μια μόνο ευχή υπάρχει : ΕΙΡΗΝΗ!!!

«Την είδα … να αργανεβαίνει κι αυτή την ημέρα το λιθόστρωτο, ανηφορικό μονοπάτι του τρόμου, του μαρτυρίου, της θυσίας, έτσι όπως κάθε χρόνο, όσο εγώ τουλάχιστον θυμάμαι, την ίδια μέρα (13 Δεκέμβρη), τις ίδιες ώρες.

…Να ανεβαίνει τον Καλαβρυτινό Γολγοθά… Το δικό της Γολγοθά!..

…Και κει στο ψήλωμα της Λάκκας του Καπή, αφού ψάλθηκε η επιμνημόσυνη δέηση, έγινε το προσκλητήριο των πεσόντων, ολοκληρώθηκε η κατάθεση στεφάνων, ακολούθησε ενός λεπτού σιγή κι ο Εθνικός Ύμνος, τελείωσε το τελετουργικό. Αποχώρησαν οι «επίσημοι» κι οι διάφοροι «περισπούδαστοι». Ο κόσμος αραίωνε… Σε λίγο έμεινε μόνη…

Πλησίασε στο κενοτάφιο και σιγαπάγκιασε δίπλα από τον ξύλινο σταυρό να ξεκουραστεί για λίγο.

Το βλέμμα της πήγε και καρφώθηκε στην αντικρινή στήλη όπου ήταν λαξευμένο το όνομα του λατρεμένου της πατέρα, που τόσο της έλειψε και σαν παιδί την ασφάλειά του και την αγάπη του δεν πρόλαβε να νιώσει ˙ και του αγαπημένου της αδελφού, που κι αυτός δεν πρόλαβε να απολαύσει τις χαρές της νιότης, όπως και τόσα άλλα Καλαβρυτινόπουλα…

Η ματιά της έμεινε εκεί σταθερή, αμετακίνητη, απλανής και ταξίδευε τη σκέψη, όπου έφευγε, ξεμάκραινε, χάνονταν…

…ʺΞύπνα πουλάκι μου, ακούστηκε η φωνή της μάνας της. Οι καμπάνες κτυπάνε μανιασμένα. Μας θέλουν οι Γερμανοί στο Δημοτικό Σχολείο με μια κουβέρτα και τροφή για μια μέραʺ.

Άνοιξε τα μάτια της κι αμέσως ένιωσε ένα αναπάντεχο, ξαφνικό σφίξιμο στο στομάχι κι ένα πετάρισμα στα φυλλοκάρδια. Την όλη ύπαρξή της κατέλαβε ένας απρόσμενος φόβος, μια ανατριχίλα ανεξήγητη, ένα περίεργο άλγος. Κι αμέσως την περιέλαβε ένα πολύ άσχημο προαίσθημα. Τι πρωινό κι αυτό!..

Ετοιμάστηκαν… Στο δρόμο, στα σοκάκια, συγγενείς, γείτονες, φίλοι. Σκυθρωποί, βλοσυροί, αμίλητοι. Λες κι ένιωθαν τα ίδια.

Και κει στο Σχολείο… ο χωρισμός. Απ’ εδώ οι γυναίκες με τα μικρά παιδιά… από εκεί οι άνδρες με τα μεγαλύτερα. Για τελευταία φορά αντίκρισε το παραπονεμένο βλέμμα του πατέρα της και το απορημένο, αμήχανο και φοβισμένο βλέμμα του αδελφού της.

Στριμωγμένη στο γραφείο του Δημοτικού Σχολείου με τη μάνα και τις άλλες μικρότερες αδελφές ολόγυρα, όλη τη μέρα ορθές. Εκείνο το σφίξιμο στο στομάχι την παίδευε κι ο φόβος κι η αγωνία τη βασάνιζαν.

…ʺΒάλανε φωτιά. Καίγεται το πάτωμαʺ.

Η διαπεραστική, τρομαγμένη φωνή έφερε πιότερη ταραχή, μεγάλη αναμπουμπούλα. Από παράθυρα και πόρτες γυναίκες και παιδιά σπρώχνοντας και ποδοπατώντας προσπαθούσαν να βγουν έξω από το Σχολείο… Μια αλλοφροσύνη… Ένας χαμός… Μια απερίγραπτη κατάσταση…

Κι έξω; Τα Καλάβρυτα καιγόντουσαν… Παντού φωτιές… φωτιές… φωτιές!!!

…Και μετά από λίγο και πάλι, μια σπαραξικάρδια γυναικεία φωνή… Φωνή βγαλμένη λες από την κόλαση… απ’ τον άλλο κόσμο : ʺΠου πάτε μωρή κουρούνες; Τους άντρες και τα παιδιά μας τούς σκοτώσανε. Που πάτε;ʺ

… Αντιβούιζε αυτή η φωνή ακόμη στα αυτιά της… Κι εκείνη η εικόνα του ατέλειωτου ηθικού κι ανθρώπινου χρέους της εύρεσης και της ταφής των αγαπημένων νεκρών δεν έφευγε μπροστά από τα μάτια της…

Ηρωίδα, σύγχρονη Αντιγόνη, πέρα από την έννοια, η μάνα της. Ηρωίδα η ίδια, οι αδελφές της, όλες οι Καλαβρυτινές γυναίκες!!!

…Εκεί στη χάση του ατέλειωτου πόνου, που έφευγε κι ερχόταν κάθε στιγμή, κάθε μέρα, κάθε χρόνο, ο λυγμός του παράπονου την ανακούφιζε για μια στιγμή. Κι ο μεγάλος αναστεναγμός, που βγήκε από τα μέσα της ελάφρυνε το βάρος, που ένιωθε και ξεθύμανε την οδυνηρή σκέψη!

…Έφυγε η αντάρα και η θολούρα μπροστά από το πρόσωπό της.Κι είδε απλωμένα τα Καλάβρυτα. Διαφορετικά, αλλαγμένα, ήσυχα!..

Η χειμωνιάτικη φύση είχε τη δική της ξέχωρη ομορφιά, που απλωνόταν ολόγυρα και χανόταν πέρα προς το Βυσωκιότικο κάμπο.

Ο ήλιος, χλωμός και ″βρεγμένος″, κρυφόπαιξε για μια στιγμή με τα σύννεφα και η φευγάτη ηλιαχτίδα του ήρθε και χρυσοθώπευσε τα δακρυσμένα της μάγουλα.

Ασυναίσθητα, αυθόρμητα, παρορμητικά άρχισε να σιγοψιθυρίζει :

ʺΤης δικαιοσύνης Ήλιε νοητέ και Μυρσίνη εσύ δοξαστική ΜΗ παρακαλώ σας,

ΜΗ ΛΗΣΜΟΝΑΤΕ ΤΗ ΧΩΡΑ ΜΟΥ,

ΜΗ ΛΗΣΜΟΝΑΤΕ ΤΟΝ ΤΟΠΟ ΜΟΥ!!!ʺ»

(Φ.τ.Κ., Δεκέμβρης 2011, σελ.4)

Β΄ αφήγημα

«Στην ερειπωμένη πολιτειούλα, που μόλις είχε αρχίσει την αναστήλωσή της και που μόλις αχνά ο πόνος κι η θλίψη άρχισε ν’ αφήνει τη θέση σε μια ζωή καινούρια π’ άρχιζε · σε κείνα τα χαλάσματα, που είχε παιχτεί πριν μερικά χρόνια ένα δράμα φρικτό, αποτρόπαιο, απάνθρωπο, εγκληματικό… εμείς τα παιδιά βρίσκαμε του παιχνιδιού τη χαρά, μέσα απ’ την ανεμελιά και την ξεγνοιασιά, που η ηλικία κι η ανθρώπινη τότε υπόστασή μας διέγραφε, σε κάποιες στιγμές παιδικής ευτυχίας και αγαλλίασης.

Σε κείνα τα χαλάσματα, που οι μαυροντυμένες γιαγιάδες, μανάδες, θείες, αδελφές, κόρες… το πρόχειρο κατάλυμα έφτιαχναν για να στήσουν το σπιτικό τους, να συνεχίσουν τη μοίρα της ζωής, της ζωής που τόσο άχαρα τη θύμηση προκαλούσε και τόσο άπονα την ανάμνηση ανακαλούσε σαν άθυρμα του χρόνου στου μυαλού το στρόβιλο, και που συνέχιζε την πορεία του, μέσα από μια διαχρονική διαδικασία · που δεν μπορείς αβασάνιστα ή έστω εύκολα να ξεκόψεις από ένα παρελθόν, αναπόφευκτη συνέπεια της ιστορικής διαδρομής, της συνέπειας της ζωής.

Κι ίσως στο τέλειωμα κείνο του βασανιστικού στοχασμού, που το μυαλό έπαιζε με τις σκέψεις το πιο άσχημο παιχνίδι της μνήμης, έβλεπες και δε σου ξέφευγε απ’ την αντίληψή σου, το πονεμένο πρόσωπο, το απλανές βλέμμα, τα χείλια τα πικραμένα, το φευγάτο αναστεναγμό.

Και το δάκρυ κρυφοκυλούσε στα ρυτιδωμένα, βασανισμένα μάγουλα, ενώ η ματιά πάντα περνοδιαβαίνοντας, τελικά σταματούσε, στον άσπρο μεγάλο τσιμεντένιο Σταυρό, στο ψήλωμα του Καπή, τραγική μαρτυρία μιας τραγωδίας, ενός ολέθρου, μιας άδικης, μα τόσο άδικης ανθρώπινης θυσίας.

Κι εύλογη η απορία στα δικά μας τότε παιδικά μάτια · κι έντονη η περιέργεια, που απ’ της ερώτησης τη φτιάξη, απάντηση περίμενες.

Πες μου μανούλα, γιατί κάθε τόσο δακρύζεις, γιατί κλαις, γιατί αναστενάζεις;

Πες μου μανούλα, γιατί τόσοι σταυροί, γιατί αυτός ο μεγάλος τσιμεντένιος Σταυρός στη λάκα του Καπή;

Αγόρι μου μικρό, εκεί πάνω οι Γερμανοί σκότωσαν τον παππού σου, το θείο σου, τον… μια μέρα βροχερή, Δεκέμβρη μήνα, μέρα Δευτέρα…

Γιατί μανούλα;

Αγόρι μου… κι ο λυγμός έρχονταν και τα δάκρυα άρχιζαν ν’ αργοκυλούν στα αγαπημένα μάγουλα, που με τόσο πάθος σε άλλες όμορφες τρυφερές στιγμές φιλούσες · κι η μητέρα έφευγε ή άρχιζε πιο πέρα κάποια άλλη δουλειά ή άλλαζε συζήτηση, προσπαθώντας να κρύψει τον πόνο, τη θλίψη, να αποφύγει την τόσο πικρή ανάμνηση, π’ έφερνε συγκίνηση και παράπονο.

…Κι ήρθε το πλήρωμα του χρόνου!.. Πνίγηκε ο πόνος, η θλίψη κι ο οδυρμός!.. Κι η ʺΜαρτυρίαʺ ξεδιπλώθηκε, ως ʺΓυνακείο βίωμα της Καλαβρυτινής Τραγωδίαςʺ, με τρεμάμενα, πολλές φορές, δακρυσμένα λόγια, κι ʺαραδιάστηκεʺ, μαζί με τόσες άλλες, ως ʺΚΡΑΥΓΗʺ, Παράπονου, Αγανάκτησης, Διαμαρτυρίας, όπως παρακάτω:

<<..Η μανούλα μου η συγχωρεμένη είχε βρει τον πατέρα μου και κοίταγε να τον ξεπλακώσει απ’ τα σώματα που ’χαν πέσει πάνω του. Αγωνιζόταν η κακομοίρα… Θυμάμαι τα χεράκια της γεμάτα αίματα και μυαλά…

Κοιτάζω τον πατεράκο μου… Δεν τον θυμάμαι τραυματισμένο ∙ το προσωπάκι του – με τα ξανθιά του τα μαλλιά – όπως ήτανε, άθικτο. Μου λέει η μάνα μου:

ʺΠαιδάκι μου, πήγαινε προς τα πέρα, μη δεις το Θοδωράκη μας. Εγώ θα βάλω τον πατέρα σου πάνω στην κουβέρτα και θα τον κατεβάσωʺ.

Της είχε πει – βλέπεις – κάποιος διασωθείς, ότι το Θοδωράκη, λίγο πριν το μακελειό, τον έδιωξε ο πατέρας:

ʺΘοδωράκη, θα μας σκοτώσουνε, του είπε. Πήγαινε εσύ πίσω, μήπως γλιτώσειςʺ.

Προχώρησα, λοιπόν, πέρα απ’ τα πτώματα, στο κάτω μέρος που ’τανε αδειανό, ψάχνοντας στην άκρη, σ’ ένα ξερολάγκαδο.

Καθώς κοιτούσα κάτω στο λαγκάδι, βλέπω κάποιον να σηκώνεται, γεμάτος αγκάθια. Ήτανε ο Νικολαΐδης. Εγώ, μικρό παιδί τότε, θάρρεψα πως θα σηκωθούνε όλοι από κάτω…

Τράβηξα προς τα πάνω ∙ εκεί βρήκα το Θοδωράκη μας, πίσω – πίσω. Όπως έσκυψα να δω, άκουσα ένα ρόγχο. Ήταν ακόμα ζωντανός. Είχε ένα τραύμα μικρό, δίπλα στο σαγόνι… Η χαριστική ήτανε; Το αιματάκι έτρεχε πάνω στο παλτουδάκι του. Τρέχω να το πω στην μητέρα μου.

Είχε αρχίσει πια να νυχτώνει. Κατεβαίνοντας, βλέπω τα παιδιά εκεί που τα ’χαμε αφήσει.

ʺΠού είναι η μάνα μου;ʺ

ʺH μητέρα μας πάει τον πατέρα μας στο νεκροταφείοʺ.

Είχε πάρει τον πατέρα με την κουβέρτα και τον κατέβαζε σούρνοντας. ʺΠάμε, λέω, πάμε να τη βρούμεʺ.

Παίρνω την Ελπίδα αγκαλιά και την Αθηνά απ’ το χέρι και κατεβαίνουμε στο νεκροταφείο. Είχε πια νυχτώσει για τα καλά. Ήταν εξουθενωμένη:

ʺΠαιδάκι μου, πού να πάω τώρα; Πάμε σπίτι. Κάτσε να πάρω την κουβέρταʺ.

Άφησε τον πατέρα μου κάτω, δίπλα στο μνήμα που θα ’νοιγε, πήραμε την κουβέρτα και φύγαμε για το σπίτι.

Το σπίτι μας καιγότανε. Κάτω ήταν μια χαμοκέλα με τσίγκο. Λέει η κακομοίρα η μάνα μου:

ʺΠάμε, παιδάκι μου, εδώ, να στρώσουμε την κουβέρταʺ.

Μπήκαμε στη χαμοκέλα, στριμωχτήκαμε σε μια γωνία, έστρωσε η μητέρα μου την κουβέρτα, μισή από κάτω, μισή από πάνω και τυλιχτήκαμε. Κρυώναμε. Πήρα την Ελπίδα αγκαλιά. Πεινούσε κι έκλαιγε. Τι να κάνω τώρα; Δεν είχαμε τίποτα. Έκλαιγε όλη τη νύχτα. Κάποτε, απ’ την κούραση κι απ’ την πείνα αποκοιμήθηκε. Αποκοιμηθήκαμε και μείς. Κάποια στιγμή ακούω τη μάνα μου:

ʺΣούλα μου, εγώ θα πάω στο νεκροταφείο να φέρω τον Θοδωράκη μας. Εσύ, τα παιδιά και τα μάτια σου. Κοίταξε μην πάθουν τίποτα τα παιδιάʺ. Έφυγε κι εγώ έμεινα πίσω. Κάποια στιγμή βγαίνω έξω ∙ ακούω κουβέντες.

ʺΠού είσαστε;ʺ, με ρωτάει μια γυναίκα.

ʺΕδώʺ.

ʺΠού κοιμηθήκατε;ʺ

ʺΕδώʺ.

ʺΤης Διαμάντως του Φωλιά το σπίτι δεν κάηκε. Ξενυχτήσαμε εκεί. Εσείς;ʺ

ʺΕδώ, στον τσίγκο από κάτωʺ.

ʺΠού είν’ η μητέρα σου;ʺ

ʺΣτο νεκροταφείο ∙ τα παιδιά τα ’χω εγώʺ.

ʺΠάρ’ τα κι έλα πάνωʺ.

Πήρα τα παιδιά κι ανέβηκα. Βρήκα όλη τη γειτονιά στριμωγμένη. Μπήκαμε μέσα. Εκεί ήτανε κι η Ρήνα, η ξαδέρφη μου, με τη Νίτσα και με τα δυο μικρά. Και κείνα κι η Αγλαΐα κι η Γεωργία ήτανε τότε στην ίδια ηλικία με την Ελπίδα μας. Συλλογίστηκα τη μάνα μου. Λέω στη Ρήνα:

ʺΡήνα μου, θα προσέχεις την Αθηνά και την Ελπίδα, να πάω στο νεκροταφείο, να δω τι κάνει η μητέρα μου;ʺ

Συμφώνησε. Άφησα τα παιδιά και τράβηξα κάτω προς το νεκροταφείο. Κάποια στιγμή βλέπω τη μανούλα μου – φορούσε μια ρόμπα τότε, θυμάμαι, βυσσινιά ήτανε, και τα μαλλιά της ξέπλεκα μέχρι κάτω – και γύριζε μες στο νεκροταφείο από δω κι από κει, ίδια τρελή.

ʺΜανούλα μου, τι κάνεις;ʺ

ʺΜωρέ, να σκάψω, δεν έχω… Με τι να σκάψω; Σκάβω μ’ ένα κεραμίδι και δεν μπορώʺ.

Κάποια της έδωσε ένα ξινάρι κι έσκαψε λίγο η καψερή.

ʺΜάνα, κρυώνωʺ, της λέω – με είχε πιάσει κρυάδα απ’ το φόβο κι απ’ τη πείνα.

Βγάζει το παλτό του Θοδωράκη μας και μου το φοράει. Το πέτο του ήτανε γεμάτο αίματα. Το φόραγα, θυμάμαι, όλη τη βδομάδα και το αιματάκι του μοσκοβόλαγε… Κάποια στιγμή με διώχνει πάλι – δεν είχε σκάψει η καψερή ούτε μισό πόντο:

ʺΜητέρα, να σε βοηθήσωʺ.

ʺΌχι ∙ τα παιδιά, τα παιδιά. Μην ξανάρθεις ∙ να καθίσεις κοντά στα παιδιάʺ.

Κατάφερε να τους θάψει και κάθε πρωί πήγαινε να δει μήπως τους είχαν ξεθάψει τα σκυλιά…>>

{Μαρτυρία Τρισεύγενης Νικολάου – Θανοπούλου (απόσπασμα από το βιβλίο «ΚΡΑΥΓΗ – το γυναικείο βίωμα της Καλαβρυτινής Τραγωδίας», εκδ. ʺΔημοτικό Μουσείο Καλαβρυτινού Ολοκαυτώματοςʺ, 2014, σελ. 142)}

Διαισθανόσουν το δράμα που είχε παιχτεί κάποια χρόνια πριν. Κι όταν κάθε έτος στις 13 Δεκέμβρη εκεί σε κείνη τη γη, τη Γη του Τσιμεντένιου Σταυρού, ζούσες κι ένιωθες, απ’ της τελετής την μεγαλοπρέπεια, την πιο ʺμαύρη μέρα της κατοχήςʺ, ενισχυόταν μέσα σου αυτή η διαίσθηση και χρόνο με το χρόνο κατανοούσες όλο και πιο πολύ ότι είχες γεννηθεί σ’ ένα τόπο ένδοξο, στα ΚΑΛΑΒΡΥΤΑ, σε ʺΓη Μαρτύρων και Ηρώωνʺ.

Κι οι αναστεναγμοί, τα δάκρυα, τα πονεμένα λόγια, μετατρέπονταν μέσα σου σε χρέος, σε υπόσχεση, σε μοναδικό αγώνα.

Κι από τα μύχια της ψυχής σου, από κείνα τα χρόνια, τ’ αγνά, τ’ άδολα, τα νεανικά, ένα μήνυμα θέλεις να στείλεις στα πέρατα του κόσμου, έναν ενδόμυχο πόθο, μια μεγάλη ευχή, πολύ περισσότερο σήμερα, αφού το κτήνος που μέσα του κρύβει ο άνθρωπος τον έχει οδηγήσει να σφάζει σαν αρνί το συνάνθρωπό του, σε κάποιες άλλες μεριές της γης… Τούτο το μήνυμα, λοιπόν, τούτη η ευχή, ολοφώτεινα προβάλλει κι επιτακτικά φωνάζει κι εύχεσαι!.. εύχεσαι!.. εύχεσαι!..:

ʺΑς γίνει ο Τσιμεντένιος Σταυρός φωτοδότης ήλιος Αγάπης κι Ειρήνης για όλους τους λαούς της γης… Όπου απλώνεται ο ουρανός, όπου ο θεός κοιτάζει, όπου του ανθρώπου το μυαλό τη συμφορά λογιάζει ή όπου αγάπη και χαρά σκορπά και καλοσύνη · ΕΙΡΗΝΗ σ’ όλη μας τη γη, ΕΙΡΗΝΗ ΠΑΝΤΑ ΕΙΡΗΝΗ!!!ʺ» (Φ.τ.Κ. Δεκέμβρης 1993, σ. 3)

Γ΄ αφήγημα, παραφράζοντας το Σολωμό,

«Στου Καπή την αιματόβρεχτη ράχη,
περπατώντας η δόξα μονάχη
μελετά τα νεκρά παλικάρια
και στην κόμη στεφάνι φορεί
γινωμένο από λίγα χορτάρια
που ‘χαν μείνει στην καμένη τη γη…

Πέρα από την καθημερινότητα, στη διεργασία του μυαλού η συλλογή, σ’ αυτό το γύρισμα της χρονικής περιόδου, έρχεται κι απαγκιάζει στη μνήμη της θλίψης, του πόνου, τ’ αγώνα, του θαυμασμού!

Δεν μπορείς να ξεπεράσεις της ιστορίας την καμπή και της δοξαστικής ανάμνησης τη μαρτυρία και τον ηρωϊσμό. Τον ηρωϊσμό της ίδιας μέρας, της επόμενης μέρας… των επόμενων χρόνων.

Της μοίρας έλαχε ο δρόμος και του πεπρωμένου η απόφαση, που οι Καλαβρυτινοί Μάρτυρες – Ήρωες της 13ης Δεκέμβρη 1943 σ’αυτό το λίκνο βρέθηκαν, στο λίκνο της ΘΥΣΙΑΣ!

Όπου και στα γυναικόπαιδα μετέπειτα έμελλε ν’ ακολουθήσουν το δρόμο της λύπης και της αγωνίας, της δυστυχίας και της πάλης. Που όμως, έπρεπε υποχρεωτικά και καθημερινά, πλέον, να ζουν με τη βασανιστική μνημοσύνη εκείνης της ολέθριας μέρας.

Κι ήταν η πιο δύσκολη πορεία στο ανέβασμα της μοιραίας ζωής όπου κάθε στιγμή, κάθε λεπτό, κάθε ώρα, κάθε ημέρα υποταγμένοι ήσαν, στου να γεύονται το νερό που ήταν ανακατεμένο με αίμα και δάκρυα.

Όπου μόνοι, χωρίς άνδρες και στήριξη, αναγκασμένοι και καταδικασμένοι απ’ τον ανελέητο, σκληρό κι αλόγιστο, ″ανθρώπινο″, ″ναζιστικό″ νόμο, μελλούμενα να μάχονται στο πεδίο της επιβίωσης για χάρη της απληστίας, που κάποιοι τόσο ψεύτικα, τόσο άτιμα, τόσο απάνθρωπα, με τόση παράνοια ονόμασαν ʺκαθήκονʺ!

Στο κομάτι ψωμιού, το νοτισμένο απ΄τ’ αχνισμένο ακόμα αίμα του πατέρα, του γιου, του αδελφού, του συζύγου, η συνέχεια της ζωής απ΄την πονεμένη κι απελπισμένη μάνα προς το μικρό παιδί, που χαμένα, φοβισμένα και ενστικτώδικα δέχονταν για να απαλύνει λίγο την ανάγκη της κακουχίας, της απόγνωσης και της ταλαιπωρίας.

Στην αδυσώπητη ορμή της επιβίωσης γιαγιά, μητέρα και κόρη καταδικασμένες απ’ όλους αυτούς, που επιδίωκαν να ικανοποιήσουν τη μάνητα, το παράλογο και το απάνθρωπο!!!

Γιατί μια ήρεμη και γαλήνια ζωή, όπου πορεύονταν με ησυχία, με σύνεση και με της χαράς τη στιγμή, που ο Θεός του κόσμου ως ομορφιά τούς δώριζε, είδαν, να μετατρέπεται, στ’ άστραμμα του χρόνου, σε άκρατη θλίψη, σε συνεχόμενη παίδεψη, σε βασανιστική καθημερινότητα!…

Πώς έτσι εξαπατήθηκε του ανθρώπου το μεγαλείο και μετεξελίχτηκε στην πιο ποταπή, άνανδρη, ελάχιστη κι ύστερη ολέθρια πράξη!

Αυτές οι ʺΜικρές Παναγιέςʺ του ανθρώπινου πόνου, έπρεπε να ορθωθούν, να επιζήσουν, να συνεχίσουν την ανηφόρα του ονείρου, πέρα και πάνω από όσα τούς άφησε η αδικία του ναζισμού, η ατιμία της τυραννίας, η κτηνωδία του Γ΄ Ράιχ, ο εγωισμός του άπληστου, του λάγνου, του παρανοϊκού, που δεν μπορεί να συλληφθεί απ’ το σωστό ανθρώπινο νου, απ’ την απλή ανθρώπινη λογική.

Μέσα απ’ αυτή την ʺτέφραʺ της ολοσχερούς καταστροφής σε ζωή κι επίγεια αγαθά, ήρθε ως αρωγός στην όλη αναγεννημένη προσπάθεια η μεγάλη ενδόμυχη γεροσύνη, η μοναδική εγκαρτέρηση, που φωτιζόταν απ’ τον ήλιο της δικαιοσύνης, με συμπαραστάτη την ευσπλαχνία, τη συμπόνια, την αγάπη, τη θέληση, τη δύναμη της ψυχής.

Κι αυτές οι γυναίκες κι αυτά τα παιδιά, σιγάνθισαν και πάλι σαν τα σκιερά λουλούδια. Μια απαλή αιθέρια αύρα πήρε το σπόρο της αναγέννησης τ’ αγαπημένου γενέθλιου τόπου, τον εναπόθεσε στο ηλιοφώς της μαρτυρικής Καλαβρυτινής γης για να ξαναζωντανέψει, όπως και ξαναζωντάνεψε, η ομορφιά της ζωής.

Το ξεραμένο δέντρο κάτω απ’ το ματωμένο χώμα, που είχε λυγίσει εκείνο το ζοφερό Δεκέμβρη του 1943, του πιο ″μαύρου μήνα της κατοχής″, ματαφύτρωσε και λουλούδιασε και στολίστηκε πολύχρωμα, φορώντας το ολοπράσινο ένδυμα της ελπίδας και του ονείρου, σκορπίζοντας την αντάρα των δακρύων, που σκέπαζαν το γέλιο της μικρής μας πόλης!…

…Εμείς, οι σημερινοί γόνοι τούτης της ΕΝΔΟΞΗΣ ΓΗΣ, σας έχουμε για πάντα βαθιά στην ψυχή, στο μυαλό και στην καρδιά μας. ΟΛΟΥΣ εσάς, Αδικοχαμένοι μας, Πονεμένοι μας κι Αγαπημένοι μας, χρωστώντας σας ΠΑΝΤΟΤΙΝΗ ΕΥΓΝΩΜΟΣΥΝΗ, για την Περηφάνια, τη Δόξα, την Τιμή και τη Ζωή, που μας χαρίσατε!!!

ΑΙΩΝΙΑ Η ΔΟΞΑ στου ήλιου το δάκρυ! / ΑΙΩΝΙΑ Η ΔΟΞΑ στου ουρανού τα μάκρη! / ΑΙΩΝΙΑ Η ΔΟΞΑ στου παιδιού τον τρόμο! / ΑΙΩΝΙΑ Η ΔΟΞΑ στης μάνας τον πόνο! / ΑΙΩΝΙΑ Η ΔΟΞΑ στου χρόνου τη μέρα! / ΑΙΩΝΙΑ Η ΔΟΞΑ στο χαμό του πατέρα! / ΑΙΩΝΙΑ Η ΔΟΞΑ στου Σταυρού τη θυσία! / ΑΙΩΝΙΑ Η ΔΟΞΑ στη μορφή την Αγία! / ΑΙΩΝΙΑ Η ΔΟΞΑ στη αιμάτινη κρήνη! / ΑΙΩΝΙΑ Η ΔΟΞΑ στην ποθούμενη ΕΙΡΗΝΗ!!!

Σ’ αυτούς τους περίεργους, ανεξήγητους, αλλοιωμένους κι αλλοτριωμένους χαλεπούς καιρούς, πάντα στεντόρεια θα φωνάζω…

ΑΙΩΝΙΑ Η ΔΟΞΑ!!!

ΑΙΩΝΙΑ Η ΜΝΗΜΗ!!!»

(Φ.τ.Κ., Νοέμβρης 2011, σελ.4)

—————————————————————————————————————————————-

Θεόδωρος Γ. Θανόπουλος