Γράφει ο Βασίλης Κ. Μάρκου για την ίδρυση Νομικής στην Πάτρα

Το αίτημα για ίδρυση Νομικής στην Πάτρα τέθηκε για πρώτη φορά το 2002, όταν είχε συγκροτηθεί επιτροπή από νομικούς για να εξετάσει το θέμα. Η επιτροπή είχε κάνει θετική πρόταση, αλλά τελικά το θέμα δεν προχώρησε.

Η ίδρυση της σχολής θα ενταχθεί στο πλαίσιο της υπό συζήτηση απορρόφησης του ΤΕΙ Δυτικής Ελλάδος από το Πανεπιστήμιο Πατρών, το τρίτο μεγαλύτερο στη χώρα, το οποίο μέχρι τώρα δεν διαθέτει νομική σχολή και η οποία θα καλύπτει τη σημαντική ζήτηση από τους νέους της Νοτιοδυτικής Ελλάδας.

Η ίδρυσή της εγγράφεται στο σχέδιο ολιστικής ανάπτυξης το οποίο ακολουθεί η χώρα εισερχόμενη στη μεταμνημονιακή εποχή, με την έναρξη ενός Εθνικού Σχεδίου τριετούς προγράμματος εκπαίδευσης (Ιούλιος 2017), το οποίο προέκυψε από την ολοκλήρωση του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Εκπαίδευση, σε συνεργασία με τα θεσμικά όργανα και μέσω της συνεχούς δημόσιας διαβούλευσης, που έχει ήδη δοθεί στη δημοσιότητα. Οι ισχυρισμοί όσων ενίστανται στην αναγγελία ίδρυσης της επικεντρώνονται στα εξής επιχειρήματα:

Πρώτον, η χρηματοδότηση των ήδη υφιστάμενων σχολών μειώνεται και η κυβέρνηση αρνείται να προκηρύξει θέσεις Δ.Ε.Π. σε αυτές. Το επιχείρημα αυτό όμως που αρθρώνεται κυρίως από τις Νομικές Σχολές της Θεσσαλονίκης και της Κομοτηνής στερείται πραγματικής βάσης, ενώ θα πρέπει να εξεταστεί συνολικά το κατά πόσον υπήρξε μείωση στο προσωπικό και τους πόρους των Πανεπιστημιακών Ιδρυμάτων τα τελευταία χρόνια. Μάλιστα εντύπωση μπορεί να προξενεί το γεγονός ότι αρθρώνονται από επίσημα χείλη, οι εν λόγω όμως θα έπρεπε προηγουμένως να έχουν διαβάσει καλύτερα το «μάθημά τους».

Με τον προϋπολογισμό του 2016 σταμάτησε η συνεχής μείωση των εκπαιδευτικών δαπανών που ξεκίνησε  το 2011 (μείωση πενταετίας 2011-15 κατά 34 %), με τον προϋπολογισμό του 2017, για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, αυξήθηκαν οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση  κατά 257 εκατ.€ ή 5,4% σε σχέση με τον προϋπολογισμό του 2016 ενώ με τον προϋπολογισμό του 2018, για δεύτερη συνεχή χρονιά μετά από πολλά χρόνια, αυξάνονται οι δημόσιες δαπάνες για την εκπαίδευση, κατά 184 εκ. € ή 3,6% σε σχέση με τα προϋπολογισθέντα από τον προϋπολογισμό του ΥΠΠΕΘ για το 2017. Αναφορικά με το διδακτικό προσωπικό, το 2016 δόθηκαν 500 νέες θέσεις, που προκηρύσσονται ακόμη και σήμερα από τα ίδια τα πανεπιστήμια, ενώ έχουν εγκριθεί άλλες 500 νέες θέσεις για την επόμενη ακαδημαϊκή χρονιά. Όλα αυτά δε στα πλαίσια στενής δημοσιονομικής επιτήρησης.

Οι ενιστάμενοι προβάλλουν σωρευτικά, ότι αγνοείται ο υπερπληθωρισμός του νομικού επαγγέλματος. Ο υπουργός Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων έχει διατυπώσει με κάθε αφορμή και  σε κάθε ευκαιρία, ότι ο αριθμός των εισακτέων στις σχολές δεν θα αυξηθεί συνολικά. Η δέσμευση αυτή θέτει εκποδών αυθωρεί και παραχρήμα την όποια συζήτηση για την επίδραση της ίδρυσης της νέας σχολής στην ήδη χειμαζώμενη αγορά εργασίας. Επομένως η συζήτηση για τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο κόσμος της εργασίας του δικηγορικού επαγγέλματος είναι σοβαρή, έχει νόημα, αλλά κείται εκτός του πλαισίου συζήτησης για την ίδρυση της νέας σχολής.

Το ελληνικό κράτος έχει αναγνωρίσει τη σημασία του αναπροσανατολισμού των εκπαιδευτικών συστημάτων προς μια προετοιμασία για την αγορά εργασίας. Η ίδρυση του Εθνικού Συμβουλίου για την Εκπαίδευση και Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού (Νόμος 4452/2017) αποφασίστηκε ώστε να λειτουργήσει ως σύνδεσμος μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας, για την προώθηση βιώσιμης απασχόλησης των αποφοίτων και την αντιμετώπιση μελλοντικών αναντιστοιχιών στις δεξιότητες.

Ένας από τους στόχους του Εθνικού Συμβουλίου για την Εκπαίδευση και Ανάπτυξη Ανθρώπινου Δυναμικού είναι η συνεχής παρακολούθηση και διερεύνηση της σχέσης μεταξύ των αποκτηθέντων διπλωμάτων και των αναγκών της αγοράς εργασίας. Μια από τις στρατηγικές κατευθύνσεις είναι να παρέχει στους σπουδαστές ΑΕΙ ευκαιρίες διασύνδεσης μεταξύ ιδρυμάτων και ακαδημαϊκών μαθημάτων. Η συμβολή του κρίνεται θεμελιώδης για την προώθηση νέων παραγωγικών κατευθύνσεων σπουδών στην ανώτερη εκπαίδευση με τη δημιουργία νέων πανεπιστημιακών τμημάτων και αναδιαρθρώνοντας τα ήδη υπάρχοντα ώστε να συνδεθούν καλύτερα με Ελλάδα: Μια στρατηγική ανάπτυξης για το μέλλον 68 τομείς που συμβάλλουν σε συγκεκριμένα πεδία της στρατηγικής ανάπτυξης της χώρας.

Η άρνηση των Πανεπιστημίων Θεσσαλονίκης, Θράκης, Κρήτης όπως και δικηγορικών συλλόγων σε όλη την Ελλάδα πλην αυτού της Πάτρας να συμπεριλάβουν στις προκείμενές τους τα ανωτέρω δεδομένα, που προέρχονται από επίσημα στοιχεία,  ώστε τα συμπεράσματα με τα οποία θα έπρεπε να προσέλθουν στη δημόσια διαβούλευση να είναι αληθή, δίνει την εντύπωση ότι λειτουργούν περισσότερο χάριν τοπικιστικών και συντεχνιακών συμφέροντα παρά ενδιαφέρονται για μια ολιστική προσέγγιση της ανώτατης εκπαίδευσης.

Η έκταση την οποία έχει λάβει ο παροξυσμός αυτού του ιδιότυπου ακαδημαϊκού αυτοματισμού απέναντι στην ίδρυση τμήματος Νομικής στην Πάτρα διαγράφεται με τον πιο ανάγλυφο τρόπο στα επιχειρήματα που ακούστηκαν από τους φορείς της Ροδόπης και Περιφέρειας Αν. Μακεδονίας-Θράκης. Συγκεκριμένα, υποστήριξαν ότι η Πάτρα βρίσκεται κοντά στην Αθήνα και επομένως ο πληθυσμός της Δυτικής Ελλάδας εξυπηρετείται από το Καποδιστριακό Πανεπιστήμιο Αθηνών. Αναρωτιέται λοιπόν κανείς γιατί επιλέγεται αυτό το επιχείρημα, όταν η απόσταση Πάτρας-Αθήνας ανέρχεται στα 210 χιλιόμετρα ενώ η Κομοτηνή έχει απόσταση με την Θεσσαλονίκη 240 χιλιόμετρα. Γιατί λοιπόν σύμφωνα με αυτή την λογική να υπάρχει Νομική σχολή στην Κομοτηνή;

Βέβαια, αν αναπτύξουμε τα τοπικιστικού και συντεχνιακού χαρακτήρα αν όχι μικροπολιτικής στόχευσης επιχειρήματα σε μια λογική που ενδιαφέρεται όχι πρωτίστως για πολιτικά (μικροπολιτικά)   και στενά οικονομικά συμφέροντα αλλά για τις πραγματικές ανάγκες της εκπαίδευσης και γενικότερα της Παιδείας προκύπτουν και άλλες ανακολουθίες, όπως για παράδειγμα, γιατί να υπάρχει Ιατρική σχολή στην Πάτρα, όσο η Ιατρική στα Ιωάννινα χρειάζεται ακόμα ενίσχυση από το κράτος, ή γιατί να μην την καταργήσουμε, ώστε να αναβαθμιστούν οι υπόλοιπες Ιατρικές σχολές. Οι ανακολουθίες αυτές προκύπτουν γιατί ενώ οι ίδιες φωνές ζητούν μια ολιστική προσέγγιση της Παιδείας, ώστε να μην «ξεπηδούν» νέα τμήματα για μικροκομματικά οφέλη, τα επιχειρήματά τους είναι απολύτως προσανατολισμένα να χαϊδεύουν τα αυτιά των δικών πολύ συγκεκριμένων ακροατηρίων.

Στον αντίποδα ήδη βρίσκεται σε εξέλιξη μια στρατηγική συνεργασίας μεταξύ Πανεπιστημίων, ΤΕΙ και Ερευνητικών Κέντρων. Περιλαμβάνει ένα συνεκτικό επανασχεδιασμό για την τριτοβάθμια εκπαίδευση και την έρευνα με στόχο τη δημιουργία ενός Ενιαίου Χώρου Εκπαίδευσης και Έρευνας. Μέρος αυτής της προσπάθειας είναι η συνεργασία των δύο Τ.Ε.Ι. Αττικής που οδηγούν στη δημιουργία του Πανεπιστημίου της Δυτικής Αττικής (Ν. 4521/2018). Σχεδόν σε όλη την Ελλάδα υπάρχουν ομάδες εργασίας που διερευνούν τις δυνατότητες παρόμοιων προσπαθειών συνεργασίας μεταξύ Πανεπιστημίων και ΤΕΙ, πολλά τμήματα ΤΕΙ ενσωματώνονται σε Πανεπιστήμια και άλλα τμήματα ολοκληρώνουν τον ιστορικό τους κύκλο, χωρίς να επηρεάζουν την εργασιακή κατάσταση των εκπαιδευτικών και των εργαζομένων και χωρίς να επηρεάζουν την επαγγελματική δικαιώματα των πτυχιούχων.

Τέλος, είναι σημαντικό να λάβουμε υπόψη μας και τη διάσταση της ευρύτερης κοινωνικής ανταποδοτικότητας που θα έχει ο νέος σχεδιασμός και η οποία δεν είναι άλλη από την ώθηση μιας γενικότερης αναπτυξιακής πορείας για όλη τη Δυτική Ελλάδα. Η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας θα αποκτήσει ένα διεθνές ακαδημαϊκό σημείο αναφοράς. Παράλληλα, για την προώθηση της διεθνοποίησης των ΑΕΙ, ο νόμος 4485/2017 επιτρέπει στα ελληνικά ΑΕΙ να προσφέρουν προπτυχιακά προγράμματα σε άλλες γλώσσες εκτός των ελληνικών, δυνατότητα που θα αναβαθμίσει έτι περαιτέρω την περιφέρεια Δυτικής Ελλάδος.

Συνεπώς η πρωτοβουλία ίδρυσης Νομικής σχολής στην Πάτρα του υπουργείου Παιδείας συνάδει απόλυτα με τη λογική και το μοντέλο της δίκαιης ανάπτυξης και της παραγωγικής ανασυγκρότησης. Απέναντι τίθενται όσοι ελέγχονται για το ειλικρινές του ενδιαφέροντός τους σχετικά με τις πραγματικές ανάγκες του ευρύτερου κοινωνικού συνόλου, με αποτέλεσμα να στερούνται δημιουργικής έμπνευσης ως προς το ευφάνταστο των επιχειρημάτων τους. Δεν έχουν υποστεί την βάσανο της καλλιέργειας ιδεών και πολιτικών που θα βοηθήσουν τον τόπο συνολικά για αυτό αναπαράγουν τα επιχειρήματα όσων πραγματικά ενδιαφέρονται για τούτο ως δικά τους, οι δε ενέργειες που απευθύνονται στην προώθηση του συλλογικού καλού καταγγέλλονται ως αποσπασματικές και ενέχουσες πολιτική ιδιοτέλεια. Ό,  τι δηλαδή χαρακτηρίζει τα δικά τους ενδιαφέροντα. Πώς αλλιώς θα γνώριζαν τόσο καλά την φρασεολογία που παραληρηματικά εκφέρουν;