Άρθρο του Βασίλη Κ. Μάρκου. Συνταγματική αναθεώρηση και εκλογικό σώμα

 Είναι αναγκαίο οι προγραμματικές θέσεις των κομμάτων να τεθούν με σαφήνεια, ώστε το εκλογικό σώμα να αποφασίσει συνειδητά στις επόμενες εκλογές για τον τρόπο που θα τοποθετηθεί στα μεγάλα ζητήματα που καθορίζουν το μέλλον μας

Όπως είναι γνωστό, το σύνταγμα έχει αναθεωρηθεί δύο φορές τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Στην αναθεώρηση του 2001, στην τελική ψηφοφορία (18.4.2001), οι περισσότερες διατάξεις συγκέντρωσαν ευρεία συναίνεση, τουλάχιστον από τα δύο μεγάλα τότε κόμματα ΠΑΣΟΚ και Νέα Δημοκρατία. Η πολιτική συναίνεση μεταξύ τους συνέστησε τη βάση της αναθεώρησης αυτής, αλλά ταυτόχρονα και την απόδειξη ότι πρόκειται για επιμέρους αλλαγές, χωρίς συνολική και ουσιαστική αλλαγή, γι’ αυτό και χωρίς αντίδραση. Η επίλυση των προβλημάτων που αναφύονταν εκείνη την περίοδο δεν θα μπορούσε να επιτευχθεί μέσα από μια αναθεώρηση του συντάγματος, η οποία ούτε προκλήθηκε ούτε συνοδευόταν από ευρύτερες πολιτικές και κοινωνικές μεταβολές, αλλά, αντίθετα, συντελέστηκε μέσα σε κλίμα πολιτικής νηνεμίας. Όσον αφορά τη συνταγματική αναθεώρηση του 2008, αυτή υπήρξε η πιο ανούσια σε όλη τη συνταγματική ιστορία. Εξάλλου, μόνο τέσσερις διατάξεις συγκέντρωσαν τελικά την απαιτούμενη πλειοψηφία των 180 βουλευτών.

Η παρούσα αναθεωρητική διαδικασία ενέχει ένα στοιχείο διαφοροποίησης με τις δύο προηγούμενες, αφού υπάρχουν πολιτικές και κοινωνικές αιτίες που οδηγούν στην αναγκαιότητά της και απορρέουν από την ταραχώδη και ιστορικά εξαιρετικά πυκνή περίοδο που ξεκίνησε με την είσοδο της χώρας σε στενή δημοσιονομική επιτροπεία και τα κοινωνικά αιτήματα που ακολούθησαν.

Οι προγραμματικές διαφορές μεταξύ των δύο μεγαλύτερων πολιτικών κομμάτων, του ΣΥΡΙΖΑ και της Νέας Δημοκρατίας, δεν είναι πλέον προσχηματικές, αλλά ουσιώδεις και αναδεικνύουν τις δύο εναλλακτικές διαδρομές που έχουν ακολουθήσει όλα τα κράτη παγκοσμίως σε περιόδους οικονομικής κρίσης. Ενίσχυση των θεσμικών εγγυήσεων της δημοκρατίας από τη μία πλευρά και απορρύθμισή τους από την άλλη. Η ιστορική εμπειρία των αποτελεσμάτων της μίας και της άλλης είναι καταγεγραμμένη. Κατά συνέπεια, συγκλίσεις του ΣΥΡΙΖΑ με τη Νέα Δημοκρατία του Μητσοτάκη δύσκολα μπορούν να επιτευχθούν.

Στη συζήτηση στην πρώτη συνεδρίαση της Ολομέλειας της Βουλής για την κοινοβουλευτική διαδικασία αναθεώρησης του συντάγματος ο πρωθυπουργός και ο πρόεδρος της μείζονος αντιπολίτευσης ανέσυραν επιχειρήματα για το ζήτημα της δέσμευσης του περιεχομένου των υπό αναθεώρηση άρθρων από τη δεύτερη των δύο διαδοχικών Βουλών της αναθεωρητικής διαδικασίας.

Η κρατούσα άποψη στη θεωρία και την επιστήμη έχει αρχίσει να μεταστρέφεται όσον αφορά την δέσμευση της επόμενης Βουλής αν η προτείνουσα Βουλή έχει ειδικά καθορίσει και το εύρος ή/και την κατεύθυνση της αναθεώρησης (Παραράς, «Οι περιορισμένες εξουσίες της αναθεωρητικής Βουλής», ΤοΣ 1993, 311επ· Ξ. Κοντιάδης, «Δεσμεύσεις και αυτοπεριορισμός της δεύτερης αναθεωρητικής Βουλής», ΤοΣ 1999, 1064επ· Χρυσόγονος, «Συνταγματικό Δίκαιο», 108, ΑΕΔ απόφαση 11/2003). Η μεταστροφή αυτή έρχεται να συνδυαστεί με τις μεταβαλλόμενες ανάγκες και συνθήκες της κοινωνίας, χωρίς από την άλλη μεριά να οδηγεί στην απώλεια της ταυτότητάς του. Αυτή η τάση έρχεται σε σύμπτωση με την ανάδειξη της συμμετοχής των πολιτών -μέσα από αυθόρμητα κινήματα- σε ένα διαχρονικά πραγματοποιούμενο σχέδιο ενσάρκωσης και αναδιατύπωσης των ιδανικών που περιέχονται στον υπέρτατο νόμο.

Αντίθετα, στα κείμενα της συνταγματικής θεωρίας απουσιάζει επί το πλείστον κάποια μομφή στη δυνατότητα επίτευξης αυξημένης πλειοψηφίας από την πρώτη βουλευτική περίοδο. Θα συνιστούσε όμως εκφυλισμό του πνεύματος του συντάγματος μια πλήρης μεταστροφή του γράμματος και της ιδεολογίας που εμπεριέχει στην εκφορά του το περιεχόμενο των υπό αναθεώρηση άρθρων με απλή πλειοψηφία 151 βουλευτών στη δεύτερη αναθεωρητική Βουλή. Ο κίνδυνος αυτός είναι ορατός λόγω των διακριτών κόσμων των δύο μεγαλύτερων κομμάτων έτσι όπως διαμορφώνονται σήμερα. Η εποχή αποζητά την επανεξέταση των παθογενειών που οδήγησαν στην οικονομική, αξιακή, θεσμική κρίση ως επιπτώσεις του χρηματοπιστωτικού - νεοφιλελεύθερου κοσμοειδώλου, στο πεδίο της κοινωνίας, της οικονομίας, της παραγωγικής δομής. Την κατεύθυνση που θα λάβει ο αναστοχασμός της κοινωνίας θα τη σηματοδοτήσει η κοινή συνισταμένη των δύο διαδοχικών εκλογικών αναμετρήσεων.

Στην επόμενη Βουλή

Το ποια ερμηνεία θα επικρατήσει τελικά επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια της επόμενης κοινοβουλευτικής περιόδου. Αν συμπολίτευση είναι τότε η Νέα Δημοκρατία, η τοποθέτηση του αρχηγού της μας οδηγεί στο συμπέρασμα ότι δεν θα δεσμευτεί από το περιεχόμενο των υπό αναθεώρηση άρθρων όπως καθορίστηκε με την προτείνουσα Βουλή. με αυτή τη σκέψη, λοιπόν, ίσως είναι σκόπιμο να μην επιτευχθεί η υψηλότερη πλειοψηφία στην πρώτη, αλλά στην τελική φάση. Ειδάλλως, υπάρχει ο υπαρκτός κίνδυνος μια απόλυτη πλειοψηφία της αναθεωρητικής Βουλής να προβεί σε μη συναινετική αναθεώρηση, ακόμη και σε αντίθεση κατεύθυνση από εκείνη που είχε αποφασίσει η προτείνουσα Βουλή με αυξημένη πλειοψηφία των τριών πέμπτων.

Στην παρούσα συγκυρία, είναι σκόπιμη μια αλλαγή του καταστατικού χάρτη της χώρας. Προς τούτο, σαφώς επιβάλλεται να ενεργοποιηθούν όλες οι εγγυήσεις του συντάγματος για τη διασφάλιση ειλικρινούς συναίνεσης. Είναι όμως αναγκαίο, από την άλλη, οι προγραμματικές θέσεις των κομμάτων να τεθούν με σαφήνεια, ώστε το εκλογικό σώμα να αποφασίσει συνειδητά στις επόμενες εκλογές για τον τρόπο που θα τοποθετηθεί στα μεγάλα ζητήματα που καθορίζουν το μέλλον μας ως μέρος του παγκόσμιου γίγνεσθαι.

Ο Βασίλης Κ Μάρκου είναι δικηγόρος με καταγωγή από τα Καλάβρυτα